Η ολοσέλιδη δημοσίευση του άρθρου του Θωμά Στάππα στη Ναυπακτία Press

Κάθε Σεπτέμβριο η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης μετατρέπεται, σχεδόν τελετουργικά, σε πεδίο κυβερνητικών εξαγγελιών. Πόσα δισεκατομμύρια, πόσοι δικαιούχοι, πόσες φοροελαφρύνσεις, πόσες νέες ενισχύσεις.

Όλα αυτά έχουν σημασία. Μετά από επτά χρόνια διακυβέρνησης, όμως, δεν μπορούν να αποτελούν το βασικό μέτρο αξιολόγησης μιας κυβέρνησης.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πλέον πόσα ανακοινώνονται. Είναι πόσα αλλάζουν και πώς αυτές οι αλλαγές επηρεάζουν τη ζωή των ανθρώπων.

Όταν ένας εργαζόμενος, ένας συνταξιούχος ή μια οικογένεια αποκτά περισσότερο πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα, αυτό έχει αξία.

Η πολιτική, όμως, κρίνεται από κάτι δυσκολότερο: από το εάν αντιμετωπίζει τις αιτίες των προβλημάτων ή εάν περιορίζεται κάθε χρόνο να επιστρέφει στους πολίτες ένα μέρος από το κόστος των συνεπειών τους.

Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός αναγνώρισε ότι η ακρίβεια παραμένει το μεγαλύτερο πρόβλημα των πολιτών.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ο σημερινός ρυθμός του πληθωρισμού. Είναι το σωρευτικό βάρος των ανατιμήσεων. Όταν ο πληθωρισμός μειώνεται, οι τιμές δεν επιστρέφουν εκεί όπου βρίσκονταν. Απλώς αυξάνονται με μικρότερο ρυθμό. Το νοικοκυριό εξακολουθεί να πληρώνει ακριβότερα τη στέγη, τα τρόφιμα, την ενέργεια και τις βασικές υπηρεσίες.

Στην τελευταία έκθεσή του για την Ελλάδα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο επισημαίνει ότι, παρά την ανάπτυξη των τελευταίων ετών, το κατά κεφαλήν εισόδημα παραμένει περισσότερο από 15% χαμηλότερα από την προ κρίσης τάση, ενώ η παραγωγικότητα εξακολουθεί να αυξάνεται αργά. Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι δύο στα τρία ελληνικά νοικοκυριά δηλώνουν πως διαθέτουν αποταμιεύσεις έκτακτης ανάγκης για λιγότερο από τρεις μήνες.

Αυτό ίσως μας λέει περισσότερα για την πραγματική κατάσταση της μεσαίας τάξης από έναν ακόμη οικονομικό μέσο όρο.

Μπορεί μια οικονομία να αναπτύσσεται και ταυτόχρονα μεγάλος αριθμός πολιτών να παραμένει ευάλωτος στην απώλεια μιας δουλειάς, σε ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας ή στην επόμενη οικονομική αναταραχή;

Υπάρχει, όμως, και μια βαθύτερη διάσταση που συζητάμε λιγότερο.

Η ελληνική οικογένεια στηρίχθηκε επί δεκαετίες σε ένα απόθεμα ασφάλειας που δημιούργησαν προηγούμενες γενιές: ένα ιδιόκτητο σπίτι, ένα μικρό δεύτερο ακίνητο, ένα χωράφι, ένα κατάστημα, κάποιες αποταμιεύσεις.

Ένα σπίτι όμως μπορεί να πουληθεί μία φορά. Μια αποταμίευση μπορεί να καταναλωθεί μία φορά.

Εάν το σημερινό εισόδημα δεν επιτρέπει τη δημιουργία ενός νέου αποθέματος ασφάλειας, τότε η ανθεκτικότητα της κοινωνίας σταδιακά εξαντλείται.

Το στεγαστικό κάνει αυτή την αντίφαση ακόμη εντονότερη. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, οι τιμές κατοικίας στην Ελλάδα έχουν αυξηθεί περισσότερο από 85% από το 2016, με ταχύτερο ρυθμό από τα εισοδήματα. Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγράφει ότι για το 28,9% του πληθυσμού το κόστος κατοικίας υπερβαίνει το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος. Για πολλούς νέους, επομένως, η απόκτηση ενός σπιτιού δεν γίνεται απλώς δυσκολότερη· απομακρύνεται διαρκώς.

Δημιουργείται έτσι μια επικίνδυνη ασυμμετρία: η προηγούμενη γενιά απέκτησε περιουσία μέσα από την εργασία της, η σημερινή συχνά αναγκάζεται να την αξιοποιεί για να διατηρήσει το επίπεδο ζωής της και η επόμενη κινδυνεύει να παραλάβει λιγότερα, χωρίς να διαθέτει τα εισοδήματα που θα της επιτρέψουν να τα αναπληρώσει.

Η οικονομική ασφάλεια, όμως, δεν μπορεί να αποκατασταθεί μόνο με επιδόματα και φορολογικές ελαφρύνσεις. Προϋποθέτει μια παραγωγική οικονομία που δημιουργεί σταθερά καλύτερες δουλειές και υψηλότερα εισοδήματα.

Αυτή την ανάγκη ανέδειξαν μετά τη ΔΕΘ και θεσμικοί εκπρόσωποι της ίδιας της αγοράς. Ο πρόεδρος του ΕΒΕΑ, Γιάννης Μπρατάκος, επισήμανε ότι οι εξαγγελίες αποτελούν ένα βήμα, αλλά όχι το άλμα που χρειάζεται σήμερα η ελληνική επιχειρηματικότητα.

Η παρατήρηση έχει ιδιαίτερη σημασία ακριβώς επειδή δεν προέρχεται από έναν κομματικό αντίπαλο της κυβέρνησης.

Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν υψηλό λειτουργικό και ενεργειακό κόστος, δυσκολίες πρόσβασης στη χρηματοδότηση, γραφειοκρατία και χαμηλή παραγωγικότητα. Χωρίς επιχειρήσεις που επενδύουν, εξάγουν, μεγαλώνουν και δημιουργούν καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας, δεν μπορεί να υπάρξει διατηρήσιμη αύξηση του εισοδήματος.

Το πραγματικό ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο πώς θα μοιράζουμε κάθε χρόνο τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο.

Είναι πώς θα δημιουργήσουμε μια οικονομία που παράγει και επενδύει περισσότερο, ώστε οι άνθρωποί της να μπορούν να ζουν καλύτερα και να χτίζουν ξανά ένα ασφαλέστερο μέλλον.

Το παραγωγικό αυτό έλλειμμα γίνεται ακόμη πιο ορατό στην ελληνική περιφέρεια.

Και για την Αιτωλοακαρνανία δεν αποτελεί μια θεωρητική συζήτηση.

Διαθέτουμε ισχυρό πρωτογενή τομέα, σημαντικούς υδάτινους πόρους, ενεργειακές δυνατότητες, φυσικό και πολιτιστικό πλούτο και μεγάλες προοπτικές τουριστικής ανάπτυξης.

Έχουμε, όμως, και νέους ανθρώπους που εξακολουθούν να αναρωτιούνται εάν μπορούν να δημιουργήσουν εδώ τη ζωή που επιθυμούν ή εάν πρέπει να φύγουν.

Κάπως έτσι το παραγωγικό πρόβλημα μετατρέπεται σε δημογραφικό.

Ο αγρότης δεν χρειάζεται μόνο μια φορολογική ελάφρυνση. Χρειάζεται χαμηλότερο και προβλέψιμο κόστος παραγωγής, σύγχρονα αρδευτικά δίκτυα, τεχνολογία, μεταποίηση και καλύτερη πρόσβαση στις αγορές.

Ο μικρός επιχειρηματίας χρειάζεται χρηματοδότηση, σταθερούς κανόνες, ψηφιακά εργαλεία και λιγότερη γραφειοκρατία.

Ο νέος χρειάζεται καλά αμειβόμενη εργασία, προσιτή κατοικία, σύγχρονες υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης, αξιόπιστες υποδομές και γρήγορη, ποιοτική συνδεσιμότητα.

Αυτή είναι για μένα η σύγχρονη προοδευτική απάντηση: αποτελεσματικό κράτος και δυναμική, παραγωγική ιδιωτική οικονομία. Παραγωγική ανάπτυξη και δικαιότερη διάχυση των αποτελεσμάτων της. Δημοσιονομική σοβαρότητα και πραγματική κοινωνική κινητικότητα.

Η επόμενη μεγάλη πρόκληση είναι να μετατρέψουμε τη δημοσιονομική σταθερότητα σε ευημερία που φτάνει στην καθημερινότητα, δημιουργεί νέες δυνατότητες και αντέχει στην επόμενη κρίση.

Αυτό είναι το πραγματικό μέτρο της επιτυχίας.

Η περιφέρεια δεν μπορεί να περιμένει το μέλλον να φτάσει κάποτε σε αυτήν.

Πρέπει να γίνει ένας από τους τόπους όπου αυτό το μέλλον θα δημιουργηθεί.

Η δημοσίευση στη Ναυπακτία Press

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 11ης Σεπτεμβρίου 2026, με αναφορά στο πρωτοσέλιδο και ολοσέλιδη παρουσία στη σελίδα 14.

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ